Τουρκοκρατία - Επανάσταση 1821


Η Μεσσηνία, όπως και όλες οι άλλες περιοχές της Ελλάδας, μετά την άλωση της Κων/πολης το 1453 έπεσε στα χέρια των Τούρκων κατακτητών. Οι Τούρκοι, αμέσως, την χώρισαν σε δύο πασαλίκια, το δυτικό με έδρα τη Μεθώνη και το ανατολικό, με έδρα την Κορώνη. Κάθε πασαλίκι χωριζόταν σε επαρχίες (καζάδες) και κάθε επαρχία σε τιμάρια (χωριά). Πολλά τιμάρια είχαν δοθεί σε Τούρκους οι οποίοι είχαν ανδραγαθήσει στους πολέμους και είχαν τιμηθεί, οι λεγόμενοι σπαχήδες, οι οποίοι διοικούσαν τα χωριά, ή μάλλον τα καταδυνάστευαν, και έπαιρναν τους φόρους. Ακόμα, είχαμε τα μεγάλα κτήματα (τσιφλίκια) των κοτζαμπάσηδων και τα μαγκούφικα, δηλαδή τα κτήματα των τζαμιών και των μοναστηριών, που δεν πλήρωναν φόρους.

Παράλληλα με την τουρκική ηγεσία, υπήρχε και η λεγόμενη χριστιανική ηγεσία, αφού ο Σουλτάνος για να διοικεί καλύτερα τους χριστιανικούς λαούς έδωσε κάποια προνόμια στην Εκκλησία, τα οποία οι εκπρόσωποί της, τις περισσότερες φορές, τα άσκησαν για το συμφέρον του υπόδουλου γένους, μερικές όμως φορές τα άσκησαν για προσωπικό τους συμφέρον και όφελος, ιδίως οι επίσκοποι, ενώ οι απλοί παπάδες πάντοτε συμπαραστάθηκαν στο σκλαβωμένο λαό. Πρέπει να ομολογήσουμε ότι στα άσχημα εκείνα χρόνια για την πατρίδα μας πολλοί από τους εξέχοντες τότε συμπατριώτες μας, λαϊκοί και κληρικοί, δε στάθηκαν στο ύψος τους κοντά στο δοκιμαζόμενο λαό, τους ραγιάδες, αλλά επεδίωξαν με κάθε θεμιτό και αθέμιτο τρόπο να πετύχουν διάφορα οφέλη (οφίτσια) από τους Τούρκους κατακτητές. Όταν δε το 1821 οι ραγιάδες μαζί με τους προδομένους τότε από τους κοτζαμπάσηδες και τον ανώτερο κλήρο κλέφτες αποφάσισαν να αποτινάξουν το ζυγό της δουλείας, μετά τις πρώτες επιτυχίες της επανάστασης, αμέσως βγήκαν στο προσκήνιο οι καιροσκόποι προύχοντες για να καρπωθούν τα οφέλη από τη νέα τάξη πραγμάτων, σπέρνοντας ακόμη και τη διχόνοια μεταξύ των αγωνιστών προκειμένου να πετύχουν τους άθλιους σκοπούς τους. Τέλος, ένα μέρος της διοίκησης ασκούσαν οι αιρετοί δημογέροντες ή προεστοί ή κοτζαμπάσηδες, όπως τους έλεγαν οι Τούρκοι, οι οποίοι, εκτός της διοίκησης, είχαν και την αποστολή της είσπραξης και απόδοσης των φόρων στους Τούρκους.

Το Μαγγανιακό υπαγόταν διοικητικά, σαν τιμάριο, στην καζάδα της Ανδρούσας του πασαλικιού της Κορώνης και από τους πρώτους χρόνους της Τουρκοκρατίας, δόθηκε σαν τιμάριο σε Τούρκο Σπαχή. Μετά το θάνατο του Σπαχή, όλη η περιοχή Μαγγανιακού ανήκε σε Τούρκο Αγά, ο οποίος είχε στην κατοχή του, εκτός από τα χωράφια και πολλά γιδοπρόβατα που βοσκούσαν κυρίως στην περιοχή του βουνού πίσω από το Παλιόκαστρο. Επειδή οι ραγιάδες τον νόμιζαν για καλό Αγά, συγκριτικά με άλλους Αγάδες του Πασαλικιού, η περιοχή που είχε τα κονάκια του και τα γιδοπρόβατά του, ονομάσθηκε και ονομάζεται μέχρι σήμερα «καλός-Αγάς», Καλλιγάς.

Η παρουσία κάποιων Τούρκων κατοίκων στην περιοχή Μαγγανιακού βεβαιώνεται από τα διάφορα τοπωνύμια του χωριού τούρκικης προέλευσης και τα υπάρχοντα ίχνη τούρκικου νεκροταφείου. Στη θέση Τουρκοκήβουρα, 1500 μέτρα περίπου νότια του χωριού, υπάρχουν ίχνη παλιού νεκροταφείου, το οποίο από την ονομασία και μόνο της τοποθεσίας συμπεραίνουμε ότι ήταν τούρκικο νεκροταφείο.  Ακόμα, στη θέση Κουρντάρα (ονομασία τούρκικης προέλευσης) δύο χιλιόμετρα περίπου ανατολικά του χωριού, στα χωράφια του Φ. Αργυρόπουλου και Π. Ψαρούλη, υπάρχουν ίχνη οικισμού, πιθανόν κάποιων μεμονομένων Τούρκων κτηνοτρόφων.

Το ίδιο, όμως, το χωριό Μαγγανιακό, το κατοικούσαν πάντοτε Χριστιανοί κάτοικοι, όπως αυτό αποδεικνύεται από τις διάφορες απογραφές που έγιναν κατά καιρούς, από Φράγκους, Ενετούς και Τούρκους κατακτητές (βλέπε απογραφή Grimani κλπ). Η κατοίκηση του Μαγγανιακού από Χριστιανούς (Έλληνες) και μόνο κατοίκους, αποδεικνύεται και από την μεγάλη προσφορά του χωριού σε όλους τους αγώνες για την λευτεριά της πατρίδας, όπως στην Αρκαδιά (Κυπαρισσία), στο Μανιάκι και σε όλους τους άλλους αγώνες.

Το Μαγγανιακό κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας, ήταν ένα συνηθισμένο χωριό. Όμως, στα χρόνια της επανάστασης του γένους, το 1821, αριθμούσε 40 οικογένειες και είχε εξελιχθεί, οικονομικά, σε αρκετά σημαντικό χωριό, με μεγάλη προσφορά στην επανάσταση.  Δεν είναι τυχαίο το γεγονός πως οι στρατιώτες του Ιμπραήμ, το 1825, στην μανία τους να ξεριζώσουν τα πάντα στην Μεσσηνία, πέρασαν και από το Μαγγανιακό και έκαψαν οκτώ σπίτια, ξερίζωσαν όλα τα αμπέλια στην σημερινή θέση Παλιάμπελα και όλες τις ελιές του χωριού. Την ίδια μέρα, κατέκαψαν το Ανδρομονάστηρο και τη μονή Βουλκάνου, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές, ιδίως στις αγιογραφίες των μονών.

Οι Τούρκοι στο πέρασμά τους από το χωριό, εκτός των άλλων, έκαψαν και το μαγαζάκι του χωριού που βρισκόταν μεταξύ της βρύσης και του σημερινού σπιτιού του Α. Κωνσταντόπουλου. Το μαγαζάκι ξαναχτίστηκε στην ίδια θέση και ανήκε στην ιδιοκτησία της οικογένειας των Δημητρακοπουλαίων. Όμως, με το πέρασμα του χρόνου, πάλι καταστράφηκε και τα θεμέλια του υπήρχαν μέχρι προ μερικών χρόνων που έγινε η διαμόρφωση της σημερινής πλατείας του χωριού. Δυστυχώς, με τα διάφορα έργα κατέστρεψαν τα θεμέλια, αν και κατά την γνώμη μου αποτελούσαν ιστορικό μνημείο για το χωριό μας.

Όπως μου είχε διηγηθεί ο αείμνηστος παππούς μου (από μητέρα μου) Φάνης Καρακαϊδός, όταν τα ασκέρια του Ιμπραήμ πέρασαν από το Μαγγανιακό, οι κάτοικοι για να γλιτώσουν τη σφαγή από τους Τουρκοαιγύπτιους, φόρτωσαν στα ζώα τους τα πιο απαραίτητα πράγματα και τρόφιμα και όλοι μαζί ανέβηκαν από την Κριθαρίτσα (τοποθεσία δυτικά του χωριού) στην Κόφτρα (βουνό), για να βλέπουν από εκεί, που είχε αγνάντι, τις κινήσεις των στρατιωτών. Τη γιαγιά του, που ήταν δώδεκα χρόνων και άρρωστη κείνες τις ημέρες, την φόρτωσαν πάνω στο ψαρί αλογάκι του πατέρα της μαζί με άλλα πράγματα, και στη μέση της Κόφτρας, επειδή το αλογάκι κιότεψε από το πολύ βάρος, την πήρε ο πατέρας της καλικότσα (στην πλάτη του) και την ανέβασε στην κορυφή του βουνού.

Η μεγαλύτερη, όμως, καταστροφή των δέντρων του Μαγγανιακού και όλης γενικά της Μεσσηνίας, από τους Τουρκοαιγύπτιους, έγινε το 1827. Οι μεγάλες, τότε, δυνάμεις, Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία, πιεζόμενες από την κοινή γνώμη των χωρών τους, που είχε συγκινηθεί από το δράμα των Ελλήνων, συνυπέγραψαν στις 6 Ιουλίου 1827 τη Σύμβαση του Λονδίνου, η οποία προέβλεπε την απελευθέρωση και την δημιουργία μικρού αυτόνομου ελληνικού κράτους, το οποίο θα περιελάμβανε την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες. 

Ο Ιμπραήμ, διέταξε τότε τα στρατεύματά του να κάψουν όλη την Μεσσηνία και να κόψουν όλα τα καρποφόρα δέντρα της, υπολογίζοντας έτσι να κάμψει τους επαναστατημένους Μεσσήνιους και να τους οδηγήσει στην υποταγή και στο προσκύνημα των Οθωμανών. Έτσι, θα εμφάνιζε διεθνώς την υπόθεση της απελευθέρωσης, ως υπόθεση άνευ αντικειμένου, αφού οι επαναστάτες θεληματικά, κατά την δική του άποψη, θα είχαν επανέλθει κάτω από την οθωμανική κυριαρχία.

Τα σχέδια του όμως αυτά ευτυχώς δεν πραγματοποιήθηκαν, γιατί πρώτον οι Μεσσήνιοι δε γονάτισαν και δεν προσκύνησαν τους Οθωμανούς, αλλά με υπομονή και καρτερικότητα άντεξαν τη συμφορά τους, και δεύτερον επειδή τον Οκτώβριο του ίδιου έτους (1827), με το απροσδόκητο γεγονός της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, ο στόλος του Ιμπραήμ καταστράφηκε και ο ίδιος υποχρεώθηκε, στις 28 Σεπτεμβρίου του 1828, να εγκαταλείψει τη μεσσηνιακή γη και όλη την επαναστατημένη τότε Ελλάδα και να φύγει για την Αίγυπτο.

Το Μαγγανιακό, στα προ της επανάστασης χρόνια, ήταν οικονομικά ανθηρό. Είχε καλή γεωργική παραγωγή, ιδιαίτερα ελιές, αμπέλια, βελανίδι για τη βαφή των ρούχων, σταφίδα, η καλλιέργεια της οποίας είχε αρχίσει το 1700 από τους Ενετούς και βέβαια σημαντική κτηνοτροφία. Στις πλούσιες τότε σε νερό πηγές του, δούλευαν στην περιοχή του χωριού διάφοροι νερόμυλοι, για το άλεσμα του σιταριού και νεροτριβές, για την κατεργασία των μάλλινων ρούχων, όπως στην θέση Λεκωσιά 300 μέτρα νότια του χωριού, στην θέση Βελανιδιά, 2 χιλ. νότια του χωριού και σε άλλες θέσεις.

Ίχνη μνημείων, της εποχής εκείνης, έχουν εντοπισθεί και σε πολλά άλλα σημεία του χωριού, μεταξύ των οποίων και οι εξής θέσεις:
α). Ίχνη θεμελίων παλιάς εκκλησιάς, στην θέση Εκκλησούλες, 1000 μέτρα περίπου δυτικά του χωριού.
β). Ίχνη παλιού νεκροταφείου, στη θέση Μεταλλότρυπα, 1500 μέτρα περίπου νοτιοδυτικά του χωριού.
γ). Ίχνη θεμελίων παλιάς εκκλησιάς, στη θέση Κοκκοροβιθιά, στο κτήμα του Α. Δημόπουλου, αφιερωμένη, σύμφωνα με την παράδοση, στη μνήμη των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.

Η ανέγερση μικρών εκκλησιών σε διάφορα αγροτικά σημεία παρατηρείται σε όλη σχεδόν την Πελοπόννησο στα γύρω του 1700 χρόνια. Την εποχή εκείνη, πολλά από τα νοικοκυριά συνήθιζαν να ζουν με τα ζώα τους σε μικρούς οικισμούς σκορπισμένους στις αγροτικές περιοχές, όπου έκτιζαν και μικρές εκκλησίες για τις  θρησκευτικές  τους ανάγκες. Μετά όμως το 1700, εγκατέλειψαν σιγά-σιγά τους μικροοικισμούς και συγκρότησαν χωριά, όπως τα γνωρίζουμε σήμερα. Οι λόγοι ήταν περισσότερο οικονομικοί. Τα χρόνια εκείνα το 90% του πληθυσμού της Πελοποννήσου ήταν αγροτικός και μάλιστα κτηνοτροφικός. Πολλά από τα μικρονοικοκυριά, για να βρίσκονται κοντά στα ζώα τους, συνήθιζαν τα σπιτάκια τους να τα κτίζουν δίπλα από τα γαλάρια των ζώων τους και όταν μαζεύονταν, για περισσότερη ασφάλεια και συντροφιά, δύο-τρία μαζί νοικοκυριά, συγκροτούσα έναν μικροοικισμό.
   
Το Μαγγανιακό είχε επισκεφθεί επανειλημμένα ο Γέρος του Μοριά Θ. Κολοκοτρώνης και είχε φιλοξενηθεί στο σπίτι του φίλου του Κορωνιού (το μικρό όνομα του Κορωνιού μας είναι άγνωστο). Το σπίτι του Κορωνιού ήταν το ερειπωμένο σήμερα παλιό Κορωναίικο σπίτι, όπου κατοικούσε μέχρι το 1947 η οικογένεια του Ηλία Παναγιωτόπουλου (Τσούκαλου). Στους τοίχους της ανατολικής και δυτικής πλευράς του σπιτιού υπάρχουν πολεμίστρες, ένδειξη ότι ο Κορωνιός ήταν παλικάρι και είχε φτιάξει το σπίτι του σαν μικρό κάστρο, ώστε να μπορεί να αμύνεται στις επιθέσεις των εχθρών που, εκείνο τον καιρό δεν ήταν άλλοι από τους Τούρκους. Ο Κορωνιός εξοντώθηκε μαζί με άλλους 280 μικρούς και μεγάλους καπετάνιους και 600 παλικάρια στην Αρκαδία, δυστυχώς για το έθνος μας, κάτω από τις ακόλουθες συνθήκες:

Την 1η του Φλεβάρη, το 1806, ο οπλαρχηγός από τον Αϊτό της Τριφυλίας, Γιώργος Κοσμάς ή Μπέλκος, βοηθούμενος από τους Κολοκοτρωναίους, λήστεψε τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Ανδριανόπουλο, κοτζάμπαση των Γαργαλιάνων και σύμβουλο του Τούρκου διοικητή. Ο Άνθιμος, συνοδεία σωματοφυλάκων. μετέφερε στην Τριπολιτσά τους φόρους που προορίζονταν για τους Τούρκους και τον Πατριάρχη Καλλίνικο τον Δ' (1801-1806). Ο Μπέλκος έκανε τη βίαιη αυτή πράξη, γιατί ο αρχιμανδρίτης του χρωστούσε χρήματα και δεν του τα έδινε, από τότε που τον είχε κάπο του (σωματοφύλακα). Εξαιτίας του γεγονότος αυτού, όλοι οι κλέφτες χαρακτηρίστηκαν από τους Τούρκους σαν ληστές και το Πατριαρχείο, απερίσκεπτα, τους αφόρισε όλους και έστρεψε τον κλήρο και τον λαό εναντίον τους.  Αποτέλεσμα όλου αυτού του διωγμού ήταν να αποδεκατιστούν οι κλέφτες και να χαθεί έτσι το πιο πολύτιμο και έμπειρο στα όπλα έμψυχο υλικό που είχε τότε ο τόπος μας, απαραίτητο λίγα χρόνια αργότερα για τον αγώνα της λευτεριάς. Δυστυχώς, στους διωγμούς αυτούς εξοντώθηκε, κοντά στην Αρκαδιά, από τα αποσπάσματα του Αλή Τσεκούρα και ο συμπατριώτης μας και φίλος του Κολοκοτρώνη Κορωνιός, μαζί με άλλα παλικάρια της περιοχής μας.

Μεταξύ των διασωθέντων γνωστών μας οπλαρχηγών ήταν ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς, ο Αναγωσταράς, ο Παναγιώτης Κεφάλας και ο Αλεξ. Ντάρας, οι οποίοι κατόρθωσαν να φθάσουν στα Κύθηρα και στην Μάνη και από εκεί να καταφύγουν στην Ζάκυνθο, όπου ο Κολοκοτρώνης, 36 ετών τότε, κατατάγηκε στον αγγλικό στρατό της Επτανήσου. Ο Κολοκοτρώνης περνούσε από το Μαγγανιακό, όπως είπαμε, και διανυκτέρευε στο σπίτι του Κορωνιού, γιατί κάθε χρόνο πήγαινε στην Ανδρούσα να ανάψει ένα κεράκι στο σημείο όπου οι Τούρκοι είχαν θανατώσει (σουβλίσει) τον παππού του Γιάννη Κολοκοτρώνη.

Το 1768 η Τσαρίνα της Ρωσίας Αικατερίνη κήρυξε  πόλεμο κατά του Σουλτάνου και οι Έλληνες πείστηκαν από τους Ρώσους, μέσω του Έλληνα λοχαγού του Ρωσικού στρατού Γεωργ. Παπαζώλη, ότι ήταν δήθεν η κατάλληλη στιγμή να ξεσηκωθούν για την λευτεριά τους. Πράγματι, όταν ο ρωσικός στόλος της Βαλτικής κατέπλευσε στο Αιγαίο, πολλοί Έλληνες ξεσηκώθηκαν κατά των Τούρκων. Όταν η μοίρα του στόλου που διοικούσε ο Θεοδ. Ορλώφ έφθασε στο Οίτυλο, όλοι οι Μανιάτες, με αρχηγό τον Γιώργο Μαυρομιχάλη, και οι Μεσσήνιοι και οι Αρκάδες, με αρχηγό το Γιάννη Κολοκοτρώνη, ξεσηκώθηκαν και ενώθηκαν με τις ρωσικές δυνάμεις.

Παρά τις αρχικές επιτυχίες τους, (κατάληψη Καλαμάτας, Πύλου κλπ), οι Ρώσοι και οι επαναστατημένοι Έλληνες, δεν κατάφεραν να συντρίψουν τους Τούρκους. Τελικά, οι Ρώσοι απέπλευσαν από την Ελλάδα παίρνοντας μαζί τους μερικούς μόνο Έλληνες, κυρίως τους επισκόπους, αφήνοντας τον υπόλοιπο ξεσηκωμένο ελληνικό λαό έρμαιο της τύχης του και των τούρκικων σπαθιών. Ο Γιάννης Κολοκοτρώνης και ο Γιάννης Μαυρομιχάλης με τα παλικάρια τους κλείστηκαν στο οχυρό του Μελισσόπυργου, στο χώρο της σημερινής πανηγυρίστρας της Μεσσήνης, και αφού αντέταξαν ηρωική άμυνα τελικά υπέκυψαν στις μεγάλες τούρκικες δυνάμεις. Ο μεν Μαυρομιχάλης σκοτώθηκε ηρωικά επί τόπου, ο δε Κολοκοτρώνης, τραυματισμένος, πιάστηκε αιχμάλωτος και δέσμιος οδηγήθηκε στην Ανδρούσα, όπου θανατώθηκε με ανασκολοπισμό (παλούκωμα). Εκεί λοιπόν πήγαινε κάθε χρόνο ο εγγονός του Θοδωράκης, περνώντας από το Μαγγανιακό, για να ανάψει ένα κεράκι στον παππού του. Στον ξεσηκωμό του γένους για την λευτεριά, το 1821, το Μαγγανιακό τίμησε με την έμψυχη και υλική παρουσία του τη μακραίωνη ιστορία του.

Όταν τον Μάιο του 1825, ο Παπαφλέσσας αποφάσισε, με άδεια της Κυβέρνησης του Γ. Κουντουριώτη, στην οποία ήταν Υπουργός των Εσωτερικών, να ανακόψει την καταστροφική πορεία του Ιμπραήμ και να αναπτερώσει το πεσμένο ηθικό των επαναστατημένων Ελλήνων, περνώντας από την περιοχή μας για το Μανιάκι, τον ακολούθησαν πολλά παλικάρια μεταξύ των οποίων και δύο Μαγγανικίτες. Το όνομα του ενός παλικαριού δεν μας είναι ακριβώς γνωστό, ίσως ήταν ο Γεωργιλάς, το δεύτερο όμως παλικάρι ήταν ο Γιάννης Μπούτος, ο οποίος παρέμεινε πιστός μέχρι τέλους στον Παπαφλέσσα και έπεσε, ηρωικά, μαζί του στο πεδίο της μάχης και της τιμής. Το παλικάρι αυτό είχε τη μάνα του και δύο αδελφές, ενώ τον πατέρα του τον είχαν σκοτώσει οι Τούρκοι. Όταν έφθασε η είδηση της έκκλησης του Παπαφλέσσα για το Μανιάκι, ήταν πάνω σε μια ελιά, στο χωράφι τους στη θέση Σβωρίστρες. Μόλις άκουσε την είδηση, πήδηξε από την ελιά, αγκάλιασε τη μάνα του και τις αδελφές του και έτρεξε κοντά στα άλλα παλικάρια που πήγαιναν στο Μανιάκι και βέβαια δεν ξαναγύρισε ποτέ πια σπίτι του.

Ο Παπαφλέσσας, με τα παλικάρια του, διανυκτέρευσαν στο χωριό Δραΐνα και την επόμενη μέρα ταμπουρώθηκαν στο Μανιάκι, περιμένοντας τον βέβαιο θάνατό τους, όπως και έγινε! Η αυτοθυσία αυτή δίδαξε τους Έλληνες και ολόκληρο τον τότε κόσμο, πόσο ωραίο και υπέροχο και άγιο είναι να αποθνήσκει κανείς για την λευτεριά της πατρίδας του.

Ο Παπαφλέσσας υπήρξε μεγάλος ονειροπόλος και ίσως και τρελός επαναστάτης και ελευθερωτής, η επανάσταση όμως δε θα είχε ξεσπάσει, την δύσκολη εκείνη στιγμή, χωρίς αυτόν. Είναι ο ενσαρκωτής μιας υπέροχης και μαχητικής προσωπικότητας που επισφράγισε το έργο του με το ίδιο του το αίμα και δίδαξε, με τον θάνατό του, πως πεθαίνουν εκείνοι που θέλουν την λευτεριά τους.

Η Μονή Βουλκάνου


Από τα αρχαία χρόνια η ζωή των κατοίκων της περιοχής Μαγγανιακού είναι στενά δεμένη με το βουνό Bουλκάνος. Ο Βουλκάνος (όρος Ιθώμη) βρίσκεται πέντε περίπου χιλιόμετρα ανατολικά του Μαγγανιακού και από την κορυφή του είναι ορατή όλη σχεδόν η μεσσηνιακή γη. Στους πρόποδές του, προς την πλευρά του Μαγγανιακού, βρίσκεται η αρχαία Μεσσήνη-Ιθώμη, γύρω από το αμφιθεατρικό και όμορφο χωριό Μαυρομάτι. Στην κορυφή του Βουλκάνου, ύψους 802 μέτρων, είναι χτισμένο μοναστήρι στο όνομα της Θεοτόκου, γνωστό σήμερα, σαν «Μονή Βουλκάνου», ή «Παναγία της Κορυφής», ή «Παναγία της Γοργοπάκουης», ή της «Θεοτόκου της Πανωκαστρίτισσας».


Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς κτίστηκε το πρώτο χριστιανικό μοναστήρι στην κορυφή του Βουλκάνου. Ο πρώτος που έχτισε ναό στην κορυφή, στο όνομα του Ιθώματα Δία, που κατά τη μεσσηνιακή παράδοση είχε γεννηθεί στην Μεσσηνία και ανατραφεί από τις νύμφες Ιθώμη και Νέδα, ήταν ο βασιλιάς των Μεσσηνίων Πολυκάονας και η γυναίκα του Μεσσήνη.  Στα θεμέλια του παλιού αυτού ναού, γύρω στο έτος 725 μ.Χ., χτίστηκε, κατά την παράδοση, ο πρώτος χριστιανικός ναός από καλόγερους εικονολάτρες, κυνηγημένους από τους οπαδούς του εικονομάχου αυτοκράτορα Λέοντα του Ίσαυρου. Η καταδίωξη συνεχίσθηκε από τους εικονομάχους και οι καλόγεροι της κορυφής, κυνηγημένοι, απέκρυψαν την εικόνα της Θεοτόκου σε κάποιο σημείο του βουνού και οι ίδιοι κατέφυγαν στο απέναντι βουνό, την Εύα.

Στο βουνό Εύα, μυθολογείται πως ο Διόνυσος και η συνοδεία του χόρευαν και γλεντοκοπούσαν με τις γυναίκες και όταν έφταναν σε παραλήρημα ξεφώνιζαν τις βακχικές επιφωνήσεις «ευοί-ευάν», από τις οποίες το βουνό ονομάστηκε Εύα. Στην κορυφή του βουνού Εύα, οι Μεσσήνιοι για να τιμήσουν τον Διόνυσο, έκτισαν ναό, ο οποίος με το πέρασμα του χρόνου γκρεμίστηκε. Στα θεμέλια του γκρεμισμένου ναού, οι χριστιανοί για να τονίσουν την υπεροχή της θρησκείας τους έναντι της ειδωλολατρείας, όπως συνήθως έκαναν, έχτισαν μικρή βυζαντινή εκκλησία στο όνομα του Αγίου Βασιλείου, από όπου  το βουνό της Εύας μετονομάστηκε σε Άγιος Βασίλης. Γύρω από την εκκλησούλα πολλοί καλόγεροι ασκητές έστησαν τα φτωχικά ασκητήριά τους και παρέμειναν εκεί μέχρι τα χρόνια των Παλαιολόγων, ταπεινοί και λιτοδίαιτοι.

Στα χρόνια του Ανδρόνικου Παλαιολόγου, πάντοτε κατά την παράδοση, μια νύχτα με σφοδρή καταιγίδα, οι καλόγεροι της εκκλησούλας είδαν στο απέναντι βουνό του Βουλκάνου να ανάβει ένα φως. Από το φως οδηγούμενοι, βρήκαν κάτω από ένα πουρνάρι την εικόνα της Παναγίας. Το γεγονός πληροφορήθηκε η θεοσεβούμενη αυτοκράτειρα, η οποία και διέταξε, με έξοδά της, να κτισθεί στον Βουλκάνο το σημερινό μοναστήρι, στο όνομα της Θεοτόκου. Ο κορμός του πουρναριού που βρέθηκε η εικόνα χρησιμοποιήθηκε για ανώφλι της πύλης της εκκλησίας και οι προσκυνητές, μερικές φορές, παίρνουν μικρά τρίμματα για φυλακτό ή αντιπυρετικό.


Το μοναστήρι ανιδρύθηκε στα θεμέλια του παλιού μικρού ναού, ο οποίος είχε κτισθεί και αυτός στα θεμέλια του αρχαίου ναού του Ιθωμάτα Δία. Η Αγία Τράπεζα της εκκλησίας ακουμπάει σε βάθρο αρχαίου αγάλματος που φέρει στις τρεις προσόψεις του αρχαίες, δυσανάγνωστες, επιγραφές. Η εκκλησία έχει μήκος 50 περίπου μέτρα και πλάτος 28 μέτρα και το εσωτερικό της είναι γεμάτο αγιογραφίες, βυζαντινής τέχνης. Πολλές αγιογραφίες είναι κατεστραμμένες από τα φουσάτα του Ιμπραήμ, τα οποία κατέκλεψαν και πυρπόλησαν το μοναστήρι το έτος 1825 μαζί με όλη την περιοχή της Ιθώμης.

Από τις αγιογραφίες ξεχωρίζουν, στον πρόναο, η Γέννηση του Χριστού, το ξεκίνημα των Μάγων, η Μεταμόρφωση του Ιησού, η Σαμαρείτιδα και άλλες. Στην σκέπη του ναού ξεχωρίζουν, ο Άγιος Δαμασκηνός, ο Άγιος Βασίλειος, ο Χριστός, οι Πέτρος και Παύλος και άλλες. Στο ιερό και στις θολοειδής διαβάσεις ξεχωρίζουν, η Σταύρωση του Χριστού, ο απόστολος Ανδρέας, ο Παντοκράτωρ με την επιγραφή «Το στερέωμα των επί σοι πεποιθώτων» και άλλες.

Το μοναστήρι έχει τρία αξιόλογα παρεκκλήσια, τον Αϊ-Γιάννη, το ξομολογητήρι, χωρίς θυρίδα όπου ο πνευματικός αθέατος ξομολογάει τους κριματισμένους και τρίτο, άγνωστο σε ποιου Αγίου τη μνήμη αφιερωμένο. Όσο περνούσαν τα χρόνια, τόσο και περισσότερο απλωνόταν η θαυματουργική φήμη της εικόνας της Παναγίας, ώστε από όλα τα μέρη της Πελοποννήσου να προσέρχονται προσκυνητές, ιδιαίτερα στην μνήμη της, στις 15 Αυγούστου, αναγκασμένοι όμως να ανεβαίνουν στην κορυφή του βουνού με τα πόδια.

Το βουνό Βουλκάνος είναι πετρώδες, αρκετά απότομο και δύσβατο. Βρίσκεται, όπως αναφέραμε, στο κέντρο σχεδόν της μεσσηνιακής γης και από την κορυφή του δίνεται η εντύπωση στο θεατή ότι βρίσκεται στο πιο ψηλό σημείο της Μεσσηνίας, έχοντας γύρω του τον απλωμένο κάμπο. Η κορυφή έχει αρκετή απλοχωριά, το πρόβλημα όμως είναι η δύσκολη ανάβαση και κατάβαση των προσκυνητών. Έτσι, κατά τον 16ο αιώνα οι καλόγεροι της μονής, για τη διευκόλυνση των προσκυνητών, έχτισαν μικρή εκκλησούλα στη θέση Διάσελο, λίγο πιο πάνω από το κατεστραμμένο χωριό Τζέμι, και κατέβασαν την εικόνα και τα ασκητήρια τους εκεί.


Ένας δεύτερος λόγος που ανάγκασε τους καλόγερους να εγκαταλείψουν την κορυφή και να κατέβουν πιο κάτω, στο προσιτό και απάνεμο μέρος, ήταν ότι την περίοδο εκείνη είχε ενσκήψει στην Ελλάδα και σε ολόκληρη την Ευρώπη τρομερό ψύχος (παγετώνες, χιόνια κλπ), ώστε η διαμονή στην κορυφή του βουνού ήταν, κατά την χειμερινή περίοδο, πάρα πολύ δύσκολη. Ο Τούρκος, όμως, ιδιοκτήτης του χώρου της αρχαίας Ιθώμης και της περιοχής γύρω του χωριού Μαυρομάτι ανάγκασε τους καλόγερους να φύγουν από την τοποθεσία αυτή, ώστε να φτιάξει οικισμό για τους ανθρώπους της δούλεψής του.

Το έτος 1625 οι καλόγεροι αγόρασαν από τον πατέρα του Μεμέτ Αγά της Ανδρούσας, αντί 10.500 γροσιών, την περιοχή στις βορειοανατολικές υπώρειες του βουνού Άγιος Βασίλης και έχτισαν εκεί, σταυροπηγιακό, το σημερινό επιβλητικό δίπατο μοναστήρι του Βουλκάνου. Η θέση είναι θαυμάσια, αρκετά επίπεδη, απλόχωρη, με τρεχούμενο νερό και καταπληκτική θέα. Όλοι οι καλόγεροι κατέβηκαν στο καινούργιο μοναστήρι εκτός από δυο-τρεις, οι οποίοι παρέμειναν στην κορυφή να υπηρετούν στο μοναστήρι και να δέχονται όσους το επισκέπτονταν. Τα τελευταία χρόνια, στην κορυφή, ασκήτευε μόνος του ο Πατέρας Γρηγοράκης, μετά όμως από το θάνατό του νομίζω πως δε μένει πλέον καλόγερος στην κορυφή.


Στην μονή Βουλκάνου, σήμερα, ανήκουν, εκτός των άλλων, το μοναστήρι Χρυσοκελλαριάς Κορώνης, η Αγία Παρασκευή Μεσσήνης, όπου τα Νιάμερα λιτανεύεται με θρησκευτική πομπή η θαυματουργή εικόνα, και το Ανδρομονάστηρο. Παλιότερα, ανήκαν ακόμα το μετόχι του μοναστηριού του Γαρδικίου και μέχρι το 1854 η εκκλησία των Γενεθλίων της Θεοτόκου του Φασουλά Σμύρνης. Το μοναστήρι διατηρεί ακόμη μεγάλο θησαυρό κειμηλίων και άλλων, ιστορικής αξίας, αντικειμένων. Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας είναι επάργυρη και κηρόπλαστη, έργο, κατά την παράδοση, του οσίου Λουκά, και φέρει την επιγραφή «Οδηγήτρια Επονομαζομένη εν τω όρει Βουλκάνω». Στη μνήμη της, στις 15 Αυγούστου, πολλοί προσκυνητές από όλη την Πελοπόννησο ανεβαίνουν στην κορυφή και αγρυπνούν προσευχόμενοι στη χάρη της.

Η ζωή των κατοίκων του Μαγγανιακού και των γύρω χωριών είναι στενά δεμένη με την Παναγία τη Βουλκανιώτισσα. Πολλοί, στις δύσκολες στιγμές τους, επικαλούνται την βοήθειά της, τάζοντάς της διάφορα πράγματα, όπως να της πάνε μια λαμπάδα μέχρι το μπόι τους, να ανέβουν στην κορυφή ξυπόλητοι, να ανέβουν στην κορυφή μπουσουλώντας και άλλα.

Στην περίοδο της Τουρκοκρατίας έγινε πολλές φορές καταφύγιο των κλεφτών και των άλλων κυνηγημένων ραγιάδων, όπως το μαρτυρούν καθαρά και οι πιο κάτω στίχοι του δημοτικού τραγουδιού:
 
      Λύπη τό’ χουν τα βουνά λύπη τό’ χουν κ’ οι κάμποι
      κ’ ένα βουνό, ψηλό βουνό, ψηλό σαν του Βουρκάνου
      κ’ εκείνο λύπη το κρατεί και λύπη το βασταίνει
      πού’ χε τους κλέφτες τους πολλούς, τους Κολοκοτρωναίους.
      Ολημερίς επίνανε ψηλά στο μοναστήρι
      το βράδυ εβγαίναν στις κορφές, ψηλά στα κορφοβούνια.

Αλλά και στην επανάσταση της Κρήτης, το έτος 1866, η μονή Βουλκάνου προσέφερε αρκετή βοήθεια στις οικογένειες των κυνηγημένων Κρητικών που είχαν καταφθάσει στην Μεσσηνία, όπως ενδύματα, τρόφιμα και άλλα.

Τη μονή Βουλκάνου επισκέφθηκε, δύο φορές, ο πρώτος βασιλιάς της Ελλάδας Όθωνας, την πρώτη το Σεπτέμβρη του 1833, και τη δεύτερη, μαζί με την Αμαλία, το Μάη του 1840 και έμεινε κατενθουσιασμένος από την ζεστή φιλοξενία των μοναχών και από το θαυμάσιο φυσικό τοπίο.


Το Ανδρομονάστηρο


Τρία χιλιόμετρα, περίπου, βορειοανατολικά του Μαγγανιακού, βρίσκεται το Ανδρομονάστηρο, μονή τιμώμενη στη μνήμη της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Το μοναστήρι είναι χτισμένο στη δεξιά όχθη του μικρού ποταμού Μάμη, που πηγάζει από τα βουνά του χωριού Πετράλωνα, ενισχύεται από τις πηγές του μοναστηριού και καταλήγει στο μεσσηνιακό κόλπο, σαν ποταμός Βελίκας.

Από το θόλο του ιερού της εκκλησίας αναβλύζει άφθονο και δροσερό νερό, με το οποίο ποτίζεται η γύρω περιοχή και υδρεύεται, με φυσική ροή, ο δήμος Ανδρούσας, τόσο τα σημερινά χρόνια όσο και τα χρόνια της φραγκοκρατίας και της τουρκοκρατίας.


Το φυσικό τοπίο γύρω από το μοναστήρι είναι μαγευτικό.  Μπορεί να υστερεί σε θέα, αφού βρίσκεται στην κοιλάδα μεταξύ του υψώματος του Αϊλάκη και των υψωμάτων της Λιναριάς, είναι όμως πανέμορφο, γιατί περιβάλλεται από οργιαστική βλάστηση και άγρια φύση. Ο ευρύτερος χώρος του μοναστηριού, είναι καταπράσινος από ρείκια, κουμαριές, πουρνάρια και άλλα άγρια δέντρα. Ο χώρος γύρω από το μοναστήρι είναι κατάφυτος από συκιές, ελιές, σταφίδες και άλλα καρποφόρα δένδρα. Τέλος, οι όχθες του μικρού ποταμού είναι σκεπασμένες από τα πανύψηλα πλατάνια και γύρω από το τρεχούμενο νερό της  πηγής υπάρχουν μεγάλες καρυδιές.

Κατά τη σωζόμενη, ως σήμερα, παράδοση, το Ανδρομονάστηρο το έχτισε ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Κομνηνός–Παλαιολόγος, γύρω στο έτος 1300. Τα χρόνια του Ανδρόνικου, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο Αθανάσιος, ο οποίος καταγόταν από την Ανδρούσα και ασκούσε μεγάλη επιρροή στον αυτοκράτορα. Ο Ανδρόνικος, για να ικανοποιήσει μεγάλη επιθυμία του Πατριάρχη, έστειλε ειδικούς τεχνίτες και αρχιτέκτονα από την Πόλη, οι οποίοι έχτισαν το μοναστήρι σταυροπηγιακό που ονομάστηκε «Ανδρομονάστηρο», δηλαδή μονή ανδρών, ή «Ανδρονικομονάστηρο», από το όνομα του Ανδρόνικου.

Η νεώτερη, όμως, ιστορική έρευνα απέδειξε ότι η σωζόμενη παράδοση δεν έχει βάση σαν ιστορική αλήθεια. Από το πατριαρχικό σιγίλλιο (έγγραφο με πατριαρχική σφραγίδα) έτους 1612 του Πατριάρχη Νεόφυτου, προκύπτει ότι ο ιερομόναχος της μονής Βουλκάνου Άνθιμος, κατά της περιοδεία του στα χωριά Μαυρομάτι και Μαγγανιακό, πέρασε από την τοποθεσία Ηλιού, όπως ονομαζόταν την εποχή εκείνη η τοποθεσία του Ανδρομονάστηρου, η οποία με την φυσική της ομορφιά τον καταγοήτευσε. «Θείω ζήλω και έρωτι πληρωθείς», κατά το πατριαρχικό έγγραφο, αποφάσισε, με έξοδα δικά του, να κτίσει εκ θεμελίων στη τοποθεσία αυτή μοναστήρι τιμώμενο στη μνήμη της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος. Αφού εξασφάλισε την άδεια του Πατριαρχείου, πήγε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τα Κύθηρα, και πούλησε ολόκληρη την πατρική περιουσία του. Με τα χρήματα αυτά και με την ενίσχυση της μονής Βουλκάνου και του Πατριαρχείου, έχτισε το μοναστήρι σταυροπηγιακό. «Σταυροπηγιακό» λέγεται το μοναστήρι που υπάγεται στη διοίκηση του Πατριάρχη και όχι στον επίσκοπο της περιοχής που ανήκει εκκλησιαστικά. Όταν χτίζεται το σταυροπηγιακό, στα θεμέλια μπήγουν μικρό σταυρό ή οστά αγίου, τα οποία έχει αποστείλει το ίδιο το Πατριαρχείο. Έτσι, το σταυροπηγιακό μοναστήρι μένει ανεπηρέαστο και ανεξάρτητο από τον επίσκοπο, στην περιοχή του οποίου βρίσκεται.

Το Ανδρομονάστηρο, παρά την ανεξαρτησία που είχε σαν σταυροπηγιακό έγινε σύντομα στόχος του επισκόπου Ανδρούσας, ο οποίος, από πλεονεξία και αρπαγή κινούμενος, ζητούσε τακτικά μερίδιο από την κληρονομιά των αποθνησκόντων μοναχών και από τα διάφορα άλλα έσοδά του. Ο Άνθιμος, που είχε πράγματι μοχθήσει για το χτίσιμο του μοναστηριού, πήγε ο ίδιος στον Πατριάρχη και διαμαρτυρήθηκε για την συμπεριφορά του επισκόπου.

Ο Πατριάρχης το 1612 έστειλε προς τον επίσκοπο Ανδρούσας το πατριαρχικό σιγίλλιο που αναφέραμε, με την υπογραφή ολόκληρης της Ιεράς Συνόδου, με το οποίο, αφού πρώτα ανέγραφε όλο το ιστορικό της ανέγερσης του μοναστηριού, απειλούσε τον επίσκοπο ότι αν συνέχιζε να πλεονεκτεί σε βάρος του μοναστηριού, θα αναγκαζόταν να θέσει αυτόν σε αργία και αφορισμό. Το σιγίλλιο υπογραφόταν από όλη την Ιερά Σύνοδο, δηλαδή από τους:
α). Νεόφυτο ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπο Κωνστ/λεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικό Πατριάρχη
β). Αθηνών, Άνθιμο
γ). Χαλκηδόνος, Τιμόθεο
δ). Καισαρείας της Παλαιστίνης, Γερμανό
ε). Φιλιππουπόλεως, Ιωάσαφ
στ). Παροναξίας, Ιωσήφ
ζ). Ναυπλίου και Άργους, Σωφρόνιο

Από το πατριαρχικό αυτό σιγίλλιο αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι το Ανδρομονάστηρο κτίστηκε, πράγματι, γύρω στο 1600 από το μοναχό Άνθιμο, αφού δε θα ήταν δυνατό ο Πατριάρχης και όλη η Ιερά Σύνοδος, σε επίσημο έγγραφο, να υπογράφουν ανιστόρητα γεγονότα.  Ακόμα, σε κανένα έγγραφο ή άλλο κείμενο δεν αναφέρεται, επίσημα ή ανεπίσημα, η παρουσία του μοναστηριού προ του έτους 1602.
Αγία Σαμαρίνα

Το μοναστήρι ονομάσθηκε Ανδρομονάστηρο, γιατί ασκήτευαν σε αυτό άνδρες μοναχοί, σε διάκριση από την Αγία Σαμαρίνα, στην οποία ασκήτευαν γυναίκες. Η Αγία Σαμαρίνα βρίσκεται πέντε, περίπου, χιλιόμετρα νότια του Ανδρομονάστηρου. Είναι μονή βυζαντινού ρυθμού, με σπάνιες, σωζόμενες αγιογραφίες, και χτίστηκε από τον Ανδρόνικο γύρω στο έτος 1317 μαζί με τους Αγίους Αποστόλους της Καλαμάτας (βλέπε Μεσσηνιακά Γράμματα και Ιστορία Αναπλιώτη). Ίσως, από το γεγονός της ανέγερσης της Αγιασαμαρίνας από τον Ανδρόνικο το έτος 1317, να επικράτησε η λανθασμένη παράδοση ότι τον καιρό εκείνο χτίστηκε και το Ανδρομονάστηρο, και η παράδοση αυτή, λανθασμένα να σώζεται μέχρι σήμερα.

Το Ανδρομονάστηρο είναι βυζαντινού ρυθμού, μετρίων διαστάσεων (20 επί 20 μέτρα, περίπου), με τρούλο στηριζόμενο σε 4 κολώνες και μικρό καμπαναριό. Ο ναός χωρίζεται στον κυρίως ναό, που τιμάται στη μνήμη της Μεταμόρφωσης του Σωτήρος, στο δεξιό παρεκκλήσι που τιμάται στη μνήμη του Αγίου Γεωργίου, και στο αριστερό παρεκκλήσι που τιμάται στη μνήμη της Αγίας Αικατερίνης.


Στο εσωτερικό του ναού σώζονται σπάνιες αγιογραφίες βυζαντινής τέχνης, μισοκατεστραμμένες από πυρκαγιά που έκαψε το μοναστήρι γύρω στο έτος 1700, και από την μανία του Ιμπραήμ, ο στρατός του οποίου κατέστρεψε το μοναστήρι και όλη την γύρω περιοχή το έτος 1825. Από τις αγιογραφίες, ξεχωρίζουμε, την Μεταμόρφωση του Σωτήρος, τους προφήτες Ηλία και Μωυσή, τους Τρείς Ιεράρχες και άλλες.

Ο ναός και ο περίβολος του προστατεύονται από ισχυρό τείχος, με δύο διώροφους πύργους. Μεταξύ των πύργων, υπάρχουν αρκετά θολόκτιστα κελιά με πολεμίστρες, στα οποία ασκήτευαν οι μοναχοί και αμύνονταν στις εχθρικές επιθέσεις. Όταν, το 1825, το μοναστήρι απειλήθηκε, θανάσιμα, από το στρατό του Ιμπραήμ, οι μοναχοί εξαναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν και μαζί με τους μοναχούς της μονής Βουλκάνου, κατέφυγαν στην Ζάκυνθο, που τότε ήταν στην δικαιοδοσία των Άγγλων.


Στην κατοχή και δικαιοδοσία του Ανδρομονάστηρου ανήκαν όλα τα κτήματα από τις Λιναριές, σύνορα Μαγγανιακού-Μαυροματίου, ολόκληρη σχεδόν η περιοχή του χωριού Πετράλωνων και μέρος της περιοχής Ψωριάρη, τα οποία και νοίκιαζε στους καλλιεργητές των γύρω χωριών, αντί του 10% του εισοδήματός τους (δέκατα).

Το Ανδρομονάστηρο, από το έτος 1616, ανήκε εκκλησιαστικώς στον επίσκοπο Ανδρούσας. Με πατριαρχικό όμως σιγίλλιο του Νεόφυτου του Β', έγινε μετόχι της μονής Βουλκάνου και το έτος 1870 με νέο σιγίλλιο του Πατριάρχη Προκοπίου, παραχωρήθηκε στη μονή Σινά. Για ένα μικρό διάστημα περιήλθε στην κατοχή των Άγγλων και το έτος 1929 απαλλοτριώθηκε από το ελληνικό δημόσιο και πουλήθηκε στον ιδιώτη Δ. Κατσάρα, από το χωριό Πετράλωνα, διαμένοντα στην Καλαμάτα. Ο Κατσάρας, μεταπολεμικά, ύστερα από δικαστικούς αγώνες των κατοίκων των γύρω χωριών και ιδιαίτερα των Μαγγανιακίτων, Δ. Κοσμόπουλου (Κατσάνη), Δ. Γεωργακόπουλου (Κοτσάκου) και Γ. Κωνσταντόπουλου, παραχώρησε το μοναστήρι στη μονή Βουλκάνου, και έκτοτε έπαψε η είσπραξη φόρων και τα κτήματα αποδόθηκαν οριστικά στους  καλλιεργητές τους.

Λειτουργείται κάθε χρόνο στις 6 Αυγούστου, στη γιορτή της Μεταμόρφωσης, από καλόγερους της μονής Βουλκάνου, ενώ μερικές φορές γίνονται και ιδιωτικές λειτουργίες. Στην μνήμη του, μαζεύεται πλήθος κόσμου από όλα τα γύρω χωριά (ιδιαίτερα από Πετράλωνα και Μαγγανιακό) και γευματίζει, το μεσημέρι, κάτω από τις φυλλωσιές των δένδρων, με φαγητό που έχει φέρει ο καθένας από το σπίτι του (το μενού της ημέρας είναι μελιτζάνες και βακαλάος τηγανητά με σάλτσα).

Το χωριό Πετράλωνα είναι ένα μικρό, συμπαθητικό χωριό, με αρκετά προοδευτικούς και δραστήριους κατοίκους. Οι κάτοικοί του είναι δεμένοι με το Ανδρομονάστηρο, ίσως περισσότερο από τους κατοίκους των άλλων γύρω χωριών, αφού γειτνιάζουν περισσότερο με το μοναστήρι, και η πανήγυρις του χωριού τους συμπίπτει με την γιορτή της μνήμης του μοναστηριού. Είναι νέο σχετικά χωριό, το οποίο πρωτοκατοικήθηκε γύρω το 1850 από Κεφαληναίους τσοπάνηδες. Μερικά χρόνια αργότερα, οι λίγοι κάτοικοί του το εγκατέλειψαν, έχοντας την εντύπωση, πως για τον ανεξήγητο θάνατο των παιδιών τους έφταιγε η τοποθεσία, η οποία είχε πολλές λυγιές με κουνούπια, ύποπτα για την τρομερή τότε μάστιγα της ελονοσίας. Ύστερα από λίγα χρόνια, οι άνθρωποι υποχρεώθηκαν να ξαναγυρίσουν στο μέρος αυτό, αφού εκεί είχαν τα χωράφια τους και η περιοχή τους παρείχε άφθονη τροφή και δροσερό νερό για τους ίδιους και τα ζώα τους (πηγή χωριού, πηγή Ανδρομονάστηρου κλπ). 

Τα Πετράλωνα είναι οικισμός της κοινότητας Μαυροματίου Ιθώμης, έχουν δικό τους δημοτικό σχολείο, καλό σχετικά οδικό δίκτυο, καλή γεωργική παραγωγή και δικό τους ελαιοτριβείο (συνεταιρισμού), ώστε η ζωή των κατοίκων του χωριού σήμερα είναι αρκετά αναβαθμισμένη.

Ο αρχιληστής Δημαράς


Στην περιοχή του Μαγγανιακού, τα χρόνια 1835-1851, έδρασε ο αρχιληστής Δημαράς με το σύντροφό του ληστή Πουλακίδα.

Από διηγήσεις των αείμνηστων γερόντων Φάνη Καρακαϊδού και Αριστομένη Δημητρακόπουλου, ο Δημαράς είχε το μόνιμο λημέρι του στην περιοχή των Καλλιγάδων και του Ψωριάρη. Ήταν φοβερός ληστής και οι εχθροί του, ακόμα και η αστυνομία που τον καταδίωκε, τον έτρεμαν. Στους κατοίκους, όμως, των γύρω χωριών φερόταν φιλικά και μάλιστα, πολλούς τους βοηθούσε οικονομικά σε στιγμές αρρώστιας και παντρειάς.

Δύο φορές λήστεψε τη μονή Βουλκάνου, αποκομίζοντας πλούσια λάφυρα.  Για τη δεύτερη ληστεία κατηγορήθηκαν, από το νομάρχη Μεσσηνίας, οι καλόγεροι του Βουλκάνου, ότι φιλοξένησαν και ανέχθηκαν τον Δημαρά. Η αλήθεια είναι ότι οι καλόγεροι φοβήθηκαν τον Δημαρά, αφού μάλιστα μερικούς από αυτούς τους κακοποίησε. Ευτυχώς για τους καλόγερους, το χρόνο της κατηγορίας (1836) επισκέφθηκε το μοναστήρι ο βασιλιάς Όθωνας, ο οποίος έμεινε πολύ ενθουσιασμένος από το τοπίο και την φιλοξενία, και διέταξε, όχι μόνο την απαλλαγή των καλόγερων από την κατηγορία, αλλά και την αποζημίωση του μοναστηριού. Το 1840 ο Όθωνας και η Αμαλία επισκέφθηκαν ξανά το μοναστήρι. 

Τους ληστές καταδίωκαν συνεχώς αποσπάσματα χωροφυλάκων. Τελικά, ο Δημαράς και ο σύντροφός του πιάστηκαν από τους χωρικούς των γύρω χωριών, μεταξύ των οποίων ήταν ο Γ. Τριπυλιώτης, ο Β. Κατσικόγαμπρος, ο Γ. Λαχανάς, ο Κ. Μητρόπουλος και οι Μαγγανικιάτες, Δήμος Μακρυνιώτης και Π. Γεωργακόπουλος. Προαισθανόμενος το τέλος του, ο Δημαράς εμπιστεύθηκε, σε έναν από αυτούς που τον πιάσανε, το μέρος όπου είχε κρύψει το θησαυρό του.  Του είπε, εκτός των άλλων, ότι το θησαυρό του τον είχε κρύψει στην πλαγιά ενός βουνού που βλέπει σε τρία χωριά. Στην πλαγιά αυτή υπήρχε μια ξυλοκερατιά, κάτω από την οποία είχε μπήξει τη βέργα του τουφεκιού του. Στο βάθος της βέργας, βρισκόταν ο θησαυρός του.

Η παρουσία και η δράση του Δημαρά στην περιοχή Μαγγανιακού είχε μεγάλη επίδραση στη ζωή των κατοίκων του χωριού, αφού μερικούς από τους κατοίκους ο Δημαράς τους κακοποίησε, άλλους βοήθησε, ενώ πολλοί φυλακίστηκαν εξαιτίας του.

Η εποχή του Παππουλάκη


Ένα άλλο γεγονός που άφησε τη σφραγίδα του στη ζωή των κατοίκων της περιοχής μας είναι «τα χρόνια του Παππουλάκη», όπως συνηθίζεται να λέγεται. Ο κατά κόσμον Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, από το χωριό Άρμπουνα Καλαβρύτων, ύστερα από μια βαριά αρρώστια, δώρισε την περιουσία του στους φτωχούς και έγινε επαίτης ασκητής με το όνομα Χριστόφορος Παππουλάκης ή Αγιοπατέρας. Στην αρχή, ήταν καλόγηρος στο Μέγα Σπήλαιο. Στη συνέχεια, περιφερόταν από τόπο σε τόπο, από την περιοχή των Καλαβρύτων μέχρι την Μάνη.  Δίδασκε με πάθος και φανατισμό, κυρίως προφητείες από το βιβλίο του Αγαθάγγελου και φανάτιζε τον κόσμο. Η θρησκομανία των οπαδών του είχε φθάσει σε τέτοιο σημείο που πολλοί τον νόμιζαν για τον προφήτη Ηλία, ενώ άλλοι, ευχαρίστως θα έδιναν και τη ζωή τους γι’ αυτόν, πιστεύοντας ότι έτσι θα αγίαζαν.


Ο αείμνηστος παππούς μου Φάνης Καρακαϊδός, μου είχε διηγηθεί πως κάποια φορά ο Παππουλάκης, στην πλαγιά του Βουλκάνου όπου δίδασκε τον κόσμο, έπιασε ένα σφεντάμι, το κούνησε και όλα του σχεδόν τα φύλλα έπεσαν. Τότε, στράφηκε στον κόσμο και είπε: «Βλέπετε άνθρωποι! Όσα φύλλα έμειναν πάνω στο δέντρο, τόσοι άνθρωποι θα μείνουν, από τις συμφορές που σύντομα θα έρθουν στον κόσμο».

Στο Μαγγανιακό, ο Παππουλάκης είχε πολλούς οπαδούς και για χρόνια πολλά οι προφητείες του και οι διδασκαλίες του είχαν επηρεάσει τη ζωή των κατοίκων. Ακόμα και σήμερα, όταν αντιμετωπίζουν άσχημες καιρικές συνθήκες ή ακούνε για πολέμους και συμφορές, πολλοί λένε: έφθασε ο καιρός του Παππουλάκη.

Επειδή ο Παππουλάκης καταφερόταν δριμύτατα, εναντίον του βασιλιά Όθωνα ως καθολικού, και της Αμαλίας ως διαμαρτυρόμενης, η κυβέρνηση έστειλε καταδιωκτικά αποσπάσματα, τα οποία, ύστερα από περιπετειώδεις καταδιώξεις, κατάφεραν τελικά να τον πιάσουν στην περιοχή της Μάνης, από προδοσία ενός ιερέα. Στην αρχή τον φυλάκισαν στο φρούριο του Ρίου, μετά όμως τον μετέφεραν στην Άνδρο, όπου λόγω και της άσχημης υγείας του πέθανε το 1861.

Η φήμη του Παππουλάκη και το προφητικό του χάρισμα επέζησαν μέχρι τις μέρες μας, ενώ η επίδρασή του, ηθικά και κοινωνικά, υπήρξε γενικά ωφέλιμη. Πολλοί, μετά τον θάνατό του, ζήτησαν να ανακηρυχθεί Άγιος, άλλοι όμως τον χαρακτήριζαν αγύρτη και λαοπλάνο.



Τα χρόνια της Λευτεριάς (1830-1950)


Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830, υπογράφεται η ανεξαρτησία της Ελλάδας και ιδρύεται το νέο ελληνικό κράτος. Στο νέο ελληνικό κράτος, το Μαγγανιακό δε θα παίξει ιδιαίτερο ρόλο, όπως άλλωστε και τα άλλα χωριά της περιοχής μας. Δυστυχώς, στο νεοσύστατο κράτος, τη διοικητική και οικονομική εξουσία άρπαξαν αμέσως οι γνωστοί αετονύχηδες, οι περισσότεροι των οποίων και στα χρόνια της τουρκοκρατίας είχαν στα χέρια τους το αλισβερίσι με τους Τούρκους. Οι πολλοί ανώνυμοι αγωνιστές και τα ανώνυμα χωριά και κωμοπόλεις που είχαν προσφέρει τις μεγαλύτερες θυσίες στον αγώνα, έμειναν δυστυχώς στην αφάνεια και στην ξεχασιά και μόνο όταν η πατρίδα ήρθε ξανά σε δύσκολη θέση τους ξαναθυμήθηκαν και τους ζήτησαν νέες θυσίες. Το Μαγγανιακό έμεινε αβοήθητο στην αφάνεια και τη μιζέρια, για πολλά χρόνια. Ακόμα και τα καλά χρόνια, που έλεγαν ότι έδεναν τα σκυλιά με τα λουκάνικα, οι Μαγγανιακίτες, για να εξασφαλίσουν ένα πιάτο πατάτες για τα παιδιά τους, πήγαιναν ξύλα, με τα γαϊδουράκια τους στη Μεσσήνη και στα άλλα ημιαστικά κέντρα.
   
Σε όλους τους πολέμους που ακολούθησαν για την απελευθέρωση των σκλαβωμένων ακόμα περιοχών της πατρίδας μας, η συμβολή σε αίμα του Μαγγανιακού είναι σημαντική. Στον πόλεμο του 1881, για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας, το χωριό θρήνησε δύο (2) νεκρούς, στους Βαλκανικούς πολέμους, των χρόνων 1912-13, είχε άλλους δύο (2) νεκρούς, ενώ στην μικρασιατική καταστροφή, το 1920–22, είχε τρεις (3) νεκρούς. 

Τη μεγαλύτερη όμως παρουσία και θυσία σε αίμα, την προσέφερε το χωριό στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, το 1940, στην Αλβανία. Θυμάμαι προσωπικά, τον ενθουσιασμό και το θάρρος των στρατευμένων τότε νέων του χωριού, όταν μας αποχαιρετούσαν στο προαύλιο της εκκλησίας, φεύγοντας για τον πόλεμο. Δυστυχώς για τέσσερα από τα παιδιά αυτά, ήταν γραφτό να μην ξαναγυρίσουν στο χωριό τους και στους δικούς τους. Αναφέρω τα ονόματά τους, γιατί νομίζω πως αξίζουν κάθε δόξας, τιμής και θαυμασμού:

1). Λοχίας Φάνης Δημόπουλος του Γεωργίου.
     Έπεσε ηρωικά στον Μοράβα.
2). Στρατιώτης Αργυρόπουλος Γεώργιος του Χαραλάμπους.
     Έπεσε ηρωικά στην Κορυτσά.
3). Στρατιώτης Αργυρόπουλος Σπύρος του Δημητρίου.
     Έπεσε ηρωικά στο Τεπελένι.
4). Στρατιώτης Χατζής Παναγιώτης του Γεωργίου.
     Έπεσε ηρωικά στο Τεπελένι.

Δυστυχώς, το Μαγγανιακό φέρει ακόμα το θλιβερό πρωτείο να έχει θρηνήσει τα περισσότερα θύματα, συγκριτικά με τα άλλα χωριά της περιοχής, στην  κατοχική περίοδο και τον εμφύλιο σπαραγμό. Οι Μαγγανικίτες, που όλοι είμαστε αδέρφια και συγγενείς και έχουμε τα ίδια ιδανικά και τα ίδια οικονομικά και άλλα συμφέροντα, μπλέξαμε δυστυχώς, την περίοδο εκείνη, στις δολοπλοκίες των ξένων κυρίως συμφερόντων και την πληρώσαμε με το αίμα των παιδιών και των αδελφών μας, πολύ ακριβά. 

Θρηνήσαμε τότε, γύρω στα είκοσι (20) άτομα συνολικά, από όλες τις παρατάξεις, συμφορά τεράστια για το μικρό χωριό μας. Δε θα αναφέρω τα ονόματα των θυμάτων, γιατί δεν θέλω να ξύσω παλιές πληγές και να θυμίσω τις πικρές εκείνες στιγμές στους δικούς τους. Θα ξεχωρίσω όμως ένα όνομα, του στρατιώτη Παναγόπουλου Βασιλείου του Παναγιώτη, ο οποίος κλήθηκε νόμιμα από την πατρίδα μας να υπηρετήσει τη θητεία του, όπως όλα τα ελληνόπουλα, και δυστυχώς σκοτώθηκε στις μάχες στο Βίτσι και τον Γράμμο. Η περίοδος αυτή είναι από τις μελανότερες που γνώρισε ποτέ το χωριό μας και γενικότερα η πατρίδα μας, λόγω της εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής αστάθειας. Ευτυχώς, για το χωριό μας, οι νέες γενιές έχουν ξεπεράσει σε μεγάλο βαθμό τη δοκιμασία αυτή και όλοι ενωμένοι και αγαπημένοι ξαναχτίζουν τη γαλήνη και την προκοπή στον τόπο μας.

Το Μαγγανιακό στα σημερινά χρόνια


Το χωριό Μαγγανιακό βρίσκεται στο κέντρο του νομού Μεσσηνίας, 32, περίπου, χιλιόμετρα βορειοδυτικά της πρωτεύουσας του νομού, Καλαμάτας. Είναι κτισμένο στους πρόποδες της μεσημβρινής πλευράς του υψώματος Μπρίνια, βορειοδυτικά του πύργου του Maconico, σε υψόμετρο 400 μέτρων. Ανατολικά του χωριού, σε απόσταση 5, περίπου, χιλιομέτρων, βρίσκεται η αρχαία Μεσσήνη (Ιθώμη) και τα πανέμορφα χωριά Μαυρομάτι και Αρσινόη. Νότια βρίσκεται το χωριό Ελληνοκκλησιά και δυτικά, όπισθεν των βουνών Ψιόβουνο, Κόφτρα και Αλωνάκι, τα χωριά Τρίκορφο και Δραΐνα. Βορειοδυτικά, όπισθεν του βουνού Πλάι, βρίσκεται το χωριό Κορομηλιά και βόρεια, τα χωριά Κεφαληνού και Πετράλωνα.


Από το χωριό Ελληνοεκκλησιά, θα ήθελα να υπενθυμίσω, κατάγεται ο διαπρεπής συγγραφέας και φιλόσοφος Βασίλειος Δεδούσης, ο οποίος με τις πάρα πολλές πραγματείες του, όπως τις μεταφράσεις αρχαίων κειμένων (Προμηθεύς Δεσμώτης, Αισχύλου, Οιδίπους Τύραννος, Σοφοκλέους κλπ.), τις διάφορες μελέτες (Ερωτόκριτος του Κορνάρου, Κρητικόν του Σολωμού κλπ.),  τα διάφορα διηγήματά του (ο Μαρίνος, ο Μπούκας κλπ.) και τα αναρίθμητα άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά, επιχείρησε να αντικρούσει τα επιχειρήματα των διαφόρων νεοελλήνων συγγραφέων (Κ. Παλαμά, Γιάννη Καμπύση, Ίωνα Δραγούμη, Α. Σικελιανού, Σπύρου Μελά), οι οποίοι επηρεασμένοι από τη σκέψη του Niche, αμφισβήτησαν  έμμεσα την  προσφορά  και το ρόλο του χριστιανισμού στην πορεία του ελληνισμού και του ελληνοχριστιανικού γενικά πνεύματος.

Η θέση του Μαγγανιακού είναι αμφιθεατρική, με θέα την Καλαμάτα και το Μεσσηνιακό κόλπο.  Έχει κλίμα ξηρό, δροσερό το καλοκαίρι και σχετικά γλυκό το χειμώνα, κατάλληλο για μόνιμη διαμονή ακόμα και προβληματικών στην υγεία ατόμων.

Η βλάστηση της περιοχής είναι πλούσια. Βόρεια και δυτικά του χωριού τα βουνά είναι κατάφυτα, από πουρνάρια, αγριλίες, γλατζινιές, σχίνα, σφεντάμια, βελανιδιές και άλλα δέντρα, ενώ στα υψώματα νότια και ανατολικά του χωριού καλλιεργούνται καρποφόρα δέντρα και κυρίως ελιές, συκιές και αμπέλια, τα οποία είναι και το κύριο εισόδημα των κατοίκων του χωριού. Για να συμπληρώσουν οι κάτοικοι του χωριού το  εισόδημά τους, έχουν όλοι τους λίγα αιγοπρόβατα, λίγα βόδια, πολύ λίγα χοιρινά, λίγα μελίσσια και βέβαια αρκετές κότες και γαλοπούλες σε οικόσιτη μορφή (όχι οργανωμένες πτηνοτροφικές μονάδες).

Το χωριό το διασχίζει ο ξεροπόταμος Άμπουλας, ο οποίος το χειμώνα τροφοδοτείται από τη βρύση του χωριού και αφού ενωθεί με το ποτάμι Μάμη, που έχει τις πηγές του στο Ανδρομονάστηρο, χύνεται τελικά στο μεσσηνιακό κόλπο σαν ποταμός Βελίκας.

Τα τελευταία χρόνια, το χωριό συνδέεται με καλό, σχετικά οδικό δίκτυο και η ζωή των κατοίκων έχει βελτιωθεί αρκετά. Σε καθημερινή βάση, συνδέεται συγκοινωνιακώς, με την πρωτεύουσα Καλαμάτα μέσω της πόλης Μεσσήνης, των κωμοπόλεων Ανδρούσας και Εύας και πολλών μεγάλων και μικρών χωριών. Με καλό οδικό δίκτυο, συνδέεται επίσης, με την αρχαία Ιθώμη (Μαυρομάτι) και μέσω του Νεοχωρίου, ιδιαίτερης πατρίδας της αξέχαστης Μαρίας Καλογεροπούλου (Κάλλας), με την κωμόπολη Μελιγαλά.

Θα μου επιτρέψετε να κάνω ένα μικρό σχόλιο για την αφάνεια, μέχρι σήμερα, του Νεοχωρίου, ιδιαίτερης πατρίδας της ανεπανάληπτης Μαρίας Κάλλας για την οποία είμαστε υπερήφανοι όλοι οι Νεοέλληνες. Αν κάποιος επισκεφτεί τη νήσο Σκιάθο, ιδιαίτερη πατρίδα του Παπαδιαμάντη, το πρώτο αξιοθέατο που θα του συστήσουν όλοι για να επισκεφτεί, είναι το μικρό σπίτι του Παπαδιαμάντη. Εκεί ο επισκέπτης θα δει, εκτός των άλλων, διάφορα προσωπικά αντικείμενα του Παπαδιαμάντη, όπως το κρεβάτι που κοιμόταν, το λυχναράκι που του φώτιζε και διάβαζε, το τραπεζάκι του και άλλα τέτοια αντικείμενα. Το ίδιο συμβαίνει και με πολλά άλλα μέρη που έτυχε να είναι ιδιαίτερη πατρίδα κάποιων σημαντικών προσώπων. Πρόσφατα έμαθα ότι στο Παρίσι πρόκειται να γίνει κάποια δημοπρασία, όπου θα εκτεθούν πάνω από 470 αντικείμενα σχετικά με τη ζωή και την παρουσία της Μαρίας Κάλλας, όπως φορέματα, παπούτσια, χειρόγραφες επιστολές, κοσμήματα, γούνες, πίνακες ζωγραφικής και άλλα αντικείμενα. Ερωτώ, δε θα μπορούσε κάποια από αυτά τα αντικείμενα να χαρισθούν από τους κατόχους τους στην κοινότητα Νεοχωρίου και κάποια άλλα να αγοραστούν από το Υπουργείο Πολιτισμού και να γίνουν δωρεά στην κοινότητα, ώστε το απλό και λιτό σπιτάκι της οικογένειας της Κάλλας να γίνει ένα μικρό μουσείο προσωπικών της αντικειμένων; Έτσι νομίζω, θα ήταν μια καλή ευκαιρία για την προσέλκυση  διαφόρων  τουριστών,  Ελλήνων και  ξένων ώστε και η μνήμη της Κάλλας να διαιωνίζεται και ο ωραίος τόπος της καταγωγής της να γνωρίσει  κάποια μικρή τουριστική ανάπτυξη.

Πατρικό Μ. Κάλας, Νεοχώρι Ιθώμης

Τέλος, με καλό οδικό δίκτυο συνδέεται το Μαγγανιακό και με το κεφαλοχώρι Τρίκορφο και τα χωριά Κλήμα, Δραΐνα και Κορομηλιά και μέσω αυτών με την Κυπαρισσία. Το Τρίκορφο είναι ένα πολύ αξιόλογο και εύφορο χωριό της περιοχής μας, έχει αμφιθεατρική θέση, με θέα το μεσσηνιακό κόλπο, και έχει μεγάλη παραγωγή ελαιολάδου, κρασιού και σύκων. Προ ολίγων χρόνων, δύσκολα περνούσαν από το Μαγγανιακό διάφοροι επαγγελματίες με τα αυτοκίνητά τους, λόγω του κακού οδικού δικτύου.  Σήμερα όμως, καταφθάνουν στο χωριό, δεκάδες, κάθε μέρα, διαλαλώντας τα εμπορεύματά τους, από ψωμί μέχρι είδη μαγειρικής και προίκας.

Το Μαγγανιακό είναι αυτοτελής κοινότητα και κατά την απογραφή του 1991 βρέθηκε να αριθμεί 194 κατοίκους. Στην πραγματικότητα έχει περισσότερους κατοίκους, οι οποίοι, όμως, ζουν προσωρινά σε διάφορες πόλεις, όπως την Καλαμάτα, την Αθήνα και άλλες.  Ακόμα, πολλοί κάτοικοι του χωριού μετανάστευσαν, μεταπολεμικά, είτε στο εσωτερικό της χώρας, είτε στο εξωτερικό (Αυστραλία, Ευρώπη, Αμερική κλπ). Κατά τις διάφορες απογραφές, το Μαγγανιακό είχε αναλυτικά:

     ΕΤΟΣ       ΚΑΤΟΙΚΟΙ
     1920            367   
     1930            350     
     1940            360
     1951            349
     1961            300
     1971            280
     1981            250
     1991            194

Παρατηρούμε ότι η πληθυσμιακή κύμανση του χωριού παρουσιάζει πτωτική τάση, ιδιαίτερα έντονη μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις αγροτικές περιοχές της χώρας μας. Το φαινόμενο αυτό, αν συνεχισθεί, είναι αρνητικό και δυσοίωνο για την εθνική μας οικονομία και τη δημογραφική και εθνική κατάσταση της χώρας μας.

Στην κοινότητα τηρείται μητρώο αρρένων από το έτος 1849 και μητρώο οικογενειακών μερίδων από το έτος 1936, με 298 μερίδες. Βέβαια, οι μερίδες αυτές δεν υπάρχουν όλες σήμερα, αφού πολλές έχουν διαγραφεί. Στο χωριό υπάρχουν γύρω στα 80 σπίτια. Από αυτά τα 60, περίπου, κατοικούνται σήμερα, ενώ τα υπόλοιπα είναι μισοκατεστραμμένα ή ακατοίκητα. Από όσα κατοικούνται τα περισσότερα είναι σύγχρονα, απόδειξη ότι οι κάτοικοι του χωριού είναι προοδευτικοί άνθρωποι.

Η κοινότητα στεγάζεται σε μικρό ιδιόκτητο κτίριο, που βρίσκεται στη θαυμάσια πλατεία του χωριού, με τα πλατάνια και τη δροσερή πηγή. Ακόμα, στην πλατεία που διαμορφώθηκε πρόσφατα και αποτελεί το στολίδι του χωριού, γιατί είναι η πιο εντυπωσιακή πλατεία όλων των χωριών της περιοχής μας, βρίσκεται το κτίριο του δημοτικού σχολείου με το εξαίρετο προαύλιό του και η πέτρινη εκκλησία του χωριού. Δίπλα στην πλατεία του χωριού βρίσκεται το προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου (τελευταία, στο προαύλιο του σχολείου γίνονται οι όλες οι εκδηλώσεις του χωριού). Το σχολείο, τα παλιά χρόνια, στεγαζόταν σε διάφορα νοικιασμένα σπίτια, όπως, μέχρι το 1935, στο σημερινό σπίτι του Παναγιώτη Γιωργακόπουλου, και από το 1935 ως το 1960, στο σημερινό σπίτι του Γεωργίου Δημόπουλου.


Στο χωριό υπάρχουν τρεις εκκλησίες, του Αγίου Δημητρίου, του Αγίου Γεωργίου και της Αγίας Κυριακής. Ο Άγιος Δημήτριος είναι η κύρια εκκλησία του χωριού κτισμένη σε ρυθμό βασιλικής, πάνω σε βράχο, από τη ρίζα του οποίου αναβλύζει η πηγή του χωριού.  Σήμερα, ο βράχος με τη διαμόρφωση της πλατείας και του χώρου γύρω από την εκκλησία, έχει σκεπαστεί και έτσι η πηγή έχει χάσει, δυστυχώς, την φυσικότητά της. Στη θέση της εκκλησίας υπήρχε από τα πολύ παλιά χρόνια μικρός ναός, ο οποίος ανιδρύθηκε και εγκαινιάσθηκε σαν νέος ναός το έτος 1865. Απόδειξη των εγκαινίων της εκκλησίας μας έχουμε το σωζόμενο, ως σήμερα, στην εκκλησία, Ιερό Αντιμήνσιο, έτους 1862, το οποίο είχε χρησιμοποιηθεί στα εγκαίνιά της (Το Ιερό Αντιμήνσιο είναι ένα τετράγωνο ύφασμα με παραστάσεις από τη σταύρωση και την ταφή του Κυρίου. Στις τέσσερις άκρες του φέρει, ραμμένα, λείψανα Αγίων και αντικαθιστά την Αγία Τράπεζα όπου δεν υπάρχει εγκαινιασμένη εκκλησία). Το έτος 1885, η εκκλησία ανακατασκευάστηκε, με τη χρησιμοποίηση λαξευμένων πετρών από τα κρημνίσματα του Παλιόπυργου, ενώ το έτος 1975, συμπληρώθηκε με την προσθήκη του πρόναου και του καμπαναριού.


Ο ναός του Αγίου Δημητρίου, στις μέρες μας

Ο Άγιος Δημήτριος, το 1946

Ο Άγιος Γεώργιος είναι μικρή, συμπαθητική εκκλησούλα, κτισμένη 150 μέτρα νοτιοδυτικά του  χωριού, μέσα σε κατάφυτο από ελιές και πεύκα τοπίο. Στο χώρο αυτό, υπήρχε από τα παλιά χρόνια μικρό εκκλησάκι, ιδιοκτησία οικογένειας Δημοπούλου. Το εκκλησάκι αυτό, γύρω στα 1900–1910, κρημνίστηκε και έκτοτε παρέμεινε ερειπωμένο, μέχρι το 1950. Με πρωτοβουλία του χωριού και ιδιαίτερα του τότε εφημέριου Παπά-Κώστα Δημόπουλου, το έτος 1950 η εκκλησούλα ξαναχτίστηκε, και το έτος 1951 εγκαινιάστηκε από τον τότε επίσκοπο Μεσσηνίας, Χρυσόστομο-Δασκαλάκη.

Ο Αη-Γιώργης

Η Αγία Κυριακή είναι η εκκλησία του νεκροταφείου του χωριού. Είναι μια εκκλησούλα προσεγμένη από τους κατοίκους και κοσμεί το χώρο του νεκροταφείου. Η  περίφραξη του νεκροταφείου έγινε με δαπάνες των ομογενών της Αμερικής, το έτος 1918, μαζί με την κατασκευή του τέμπλου της εκκλησίας του Αγίου Δημητρίου.

Ακόμα, στη νότια πλευρά (πλαγιά) του βουνού Ψωριάρη, με θέα το μεσσηνιακό κόλπο, κτίστηκε πρόσφατα αξιόλογη εκκλησία αφιερωμένη στον Άγιο και προφήτη Ηλία. Η εκκλησία κτίστηκε με τη φροντίδα και μεγάλου μέρους των δαπανών του βουλευτή Μεσσηνίας και κοντοχωρίτη μας (Ελληνοκκλησιά), Ιωάννη Λαμπρόπουλου. Το βουνό Ψωριάρης (ύψος 700 μ.), βρίσκεται τρία περίπου χιλιόμετρα ανατολικά του Μαγγανιακού και  στην κορυφή του σώζονται λείψανα από οχυρωματικά έργα της Αρχαίας Ιθώμης.

Ο Αη-Λιάς

Το χωριό, σήμερα, υδρεύεται με άφθονο και υγιεινό νερό. Επειδή το νερό της πηγής του χωριού, δυστυχώς, μολύνεται από τους βόθρους που έφτιαξαν οι κάτοικοι στα σπίτια τους τα τελευταία χρόνια, η κοινότητα, για να αντιμετωπίσει το πρόβλημα, σε συνεργασία με τον πολιτιστικό σύλλογο Μαγγανιακού της Αθήνας, έκανε γεώτρηση, 200 περίπου μέτρα βορειοδυτικά του χωριού, και βρήκε το ίδιο νερό, της πηγής. Μέσω δεξαμενής, η οποία βρίσκεται στο πάνω μέρος του χωριού, υδρεύεται σήμερα το χωριό με άφθονο και καθαρό νερό, δείγμα του ενδιαφέροντος των κατοίκων του για την αναβάθμιση της ποιότητας της ζωής τους.

Στο βάθος του προαυλίου της εκκλησίας, πάνω από τη βρύση του χωριού, διακρίνεται το άγαλμα της Ήβης που ήταν κόρη του Δία και της Ήρας,  γυναίκα του Ηρακλή, οινοχόος των Θεών και προσωποποίηση της νεότητας. Πρόκειται για έργο του Δανού καλλιτέχνη Τόρβαλντσεν (1768-1844) το πρωτότυπο του οποίου βρίσκεται στο Μουσείο της Κοπεγχάγης και είναι δωρεά του εξαίρετου ηθοποιού, συμπατριώτη μας, Κωνσταντίνου Κωνσταντόπουλου.


Η ζωή των κατοίκων του Μαγγανιακού, όπως άλλωστε και των άλλων κατοίκων της γύρω περιοχής, είναι απλή με πλούσια όμως λαογραφική παράδοση. Την πλούσια λαογραφία του χωριού (παροιμίες, ήθη, έθιμα, αγροτική ζωή, ποιμενική ζωή κλπ.) κατέγραψαν με μεγάλη επιτυχία οι επί δεκαετία δάσκαλοι στο χωριό και φίλοι Παναγιώτης Τζανόπουλος και Τριαντάφυλλη Καζάκλη-Τζανοπούλου, στο βιβλίο τους «Μαγγανιακό Μεσσηνίας», το οποίο συνιστώ θερμά να διαβάσουν όλοι οι συγχωριανοί μας.

Ακόμη, οι Μαγγανιακίτες είναι άνθρωποι προοδευτικοί, εργατικοί, μερακλήδες, χορευταράδες και πολύ φιλόξενοι. Πράγματι, το Μαγγανιακό κατά καιρούς ανέδειξε αξιόλογους ανθρώπους στα γράμματα, στις τέχνες, στον επιχειρηματικό τομέα και σε πολλούς άλλους τομείς, παρά τις πολλές δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι άνθρωποι αυτοί, στο πρώτο τους ξεκίνημα. Ενδεικτικά αναφέρω ότι σήμερα από γονείς (πατέρα ή μητέρα γεννημένο στο  Μαγγανιακό)  έχουμε περισσότερους από επτά γιατρούς. Η περιοχή του Μαγγανιακού είναι ημιορεινή με πολύ πετρώδες και ανώμαλο έδαφος. Εντούτοις οι Μαγγανιακίτες με την εργασία τους κατάφεραν να δαμάσουν το πετρώδες έδαφος και να φτιάξουν αξιόλογα κτήματα, τα οποία σήμερα τους αποφέρουν σημαντικό εισόδημα. Στον τομέα της κατοικίας, τα σπίτια του χωριού σήμερα είναι κατά 70% σύγχρονα φτιαγμένα όλα με μεράκι και γούστο. Οι χοροί και τα ξεφαντώματα των κατοίκων του Μαγγανιακού στα διάφορα πανηγύρια τους και στις άλλες μεγάλες και μικρές γιορτές τους, διαρκούν δύο και τρεις ημέρες και είναι τιμή γι’ αυτούς να σε φιλοξενήσουν και να σε περιποιηθούν στο σπίτι τους, με θέρμη ξεχωριστή και φεύγοντας να σε γεμίσουν με διάφορα φιλέματα.

Οι Μαγγανιακίτες διακρίνονται όμως περισσότερο, για την θυμοσοφία τους, την έμφυτη και πηγαία κλίση να εκφράζονται πρακτικά και έξυπνα και να διατηρούν την ψυχραιμία τους, ακόμα και στα πλέον καυστικά πειράγματα που ανταλλάσσουν μεταξύ τους, χάριν αστεϊσμού. Στα καφενεδάκια του χωριού, όπου μαζεύονται μετά την εργασία τους ή τις Κυριακές για να απολαύσουν τον καφέ τους ή τα ουζάκια τους και να συζητήσουν τα διάφορα, τοπικά κυρίως, προβλήματά τους, είναι πράγματι απόλαυση να τους ακούς να αλληλοπειράζονται και να απαντούν ο ένας στον άλλον με έξυπνο και πνευματώδη τρόπο.  


Ο κατ’ εξοχήν θυμόσοφος του χωριού, τα τελευταία χρόνια, ήταν ο αείμνηστος μπάρμπα-Μήτσος Καραΐσκος, άνθρωπος με καθαρή σκέψη και πολλές γνώσεις. Παρότι έδινε την εντύπωση του θρησκευτικά αδιάφορου ανθρώπου, εντούτοις ήταν αρκετά θρησκευόμενος και είχε βαθιές και αποκρυσταλλωμένες σκέψεις για όλα τα θρησκευτικά θέματα, όπως για την ύπαρξη του Θεού, για την ανωτερότητα της χριστιανικής θρησκείας και για  τα διάφορα υπερφυσικά φαινόμενα.

Έλεγε, πως πίστευε στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης, όχι βέβαια από σοφία ή λόγω παράδοσης, αλλά από διαίσθηση. Θεωρούσε την ανθρώπινη διαίσθηση αλάνθαστη και υπεράνω πάσης λογικής και σοφίας. Από διαίσθηση λοιπόν, πίστευε στην ύπαρξη μιας ανώτερης δύναμης κυρίαρχης των πάντων. Όσον αφορά τη χριστιανική θρησκεία, κατ’ αρχήν, απέρριπτε την αναφερόμενη στην Παλαιά Διαθήκη αντίληψη περί περιούσιων και μη περιούσιων λαών και ανθρώπων, γιατί, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, ο Θεός δεν είναι κομματάρχης, αλλά απέραντος αγάπης και ενδιαφέροντος, για όλους τους ανθρώπους εξίσου. Πίστευε, όμως, πως η χριστιανική θρησκεία, σαν εκφραστής της αρετής της αγάπης (αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σε αυτόν), είναι πράγματι ξεχωριστή των άλλων θρησκειών, με την προϋπόθεση, κάθε χριστιανός να ασκεί συνειδητά την αρετή της αγάπης και τις άλλες αρετές που αναφέρονται στη διδασκαλία του Χριστού και να μην αρκείται μόνο στον τύπο της λατρείας, ο οποίος πρέπει να είναι συμπληρωματικός για την προσέγγιση του Θείου.

Τέλος, όσον αφορά τα θαύματα και τα άλλα υπερφυσικά φαινόμενα, πίστευε ότι την απάντηση μας την έδωσε ο ίδιος  ο Χριστός: «Ει έχετε πίστιν ως κόκκον συνάπεως, ελέγετε αν τη συκαμίνω ταύτη, εκριζώθητι και φυτεύθητι εν τη θαλάσση, και υπήκουσεν αν υμίν». Πίστευε δηλαδή, πως η μεγάλη πίστη είναι η δύναμη εκείνη που επιδρά στη διαμόρφωση των διάφορων υπερφυσικών φαινομένων («Η πίστη σου σεσωκέσε»).

Με τον μπάρμπα–Μήτσο, δεν είχα την ευκαιρία να ξανασυζητήσω και να ξανακούσω τις σκέψεις του γιατί δυστυχώς, προ ολίγων χρόνων, απεδήμησεν εις Κύριον.